Η αντοχή ελλοχεύει
ανυποχώρητη σε θέση νηνεμίας
ανεξάντλητη προς τα μέσα,
διάγει μες την μηδαμινότητά της
την αντίστροφη μέτρηση
διβολίζοντας τα αδιέξοδα του ψεύδους
οδηγώντας την αλήθεια προς τα έξω.
Καταπίνει τα σκοτάδια μας
τιθασεύοντας την παράνοια του εγωισμού μας.
Η αντοχή είναι ιδιότητα τυφλή
ξεφυλλίζει αναπνοές ανθεκτικότητας
στο απειροελάχιστο της ύπαρξής μας
ώστε να ορίσει την αυτοπεποίθηση
ως ικανή δύναμη.
Wednesday, July 9, 2008
Monday, January 14, 2008
Μιθριδατίζοντας τα καρφιά του κόσμου

Και ο ουρανός έσυρε φωνή και ράγισε,
έγινε θρύψαλα στο αντάμωμα της σιωπής
με την οργίλη δύναμη των κορμιών
αγκιστρωμένη στην αφθονία του γέλιου.
Περιφρουρώ την γενναιοδωρία του αυτόχειρα
μπρος στη στενότητα του συγκεκριμένου,
περιδένω το κλάμα του νεογέννητου
γνωρίζοντας πως μιθριδατίζει με την αγάπη
και αφυπνίζω την ανακούφιση της μαίας
ψιθυρίζοντας της πως:
«τα ίχνη του κόσμου είναι καρφιά
που ρίζωσαν και στάθηκαν
ως πέταλα αιώνιας ομορφιάς μέσα μας
και πως το γέλιο ενός παιδιού,
που το ορίζει μόνο η χαρά και το κλάμα μιας καινούριας αναπνοής,
ισούται με ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε»
Friday, July 13, 2007
Μάνα
Σε πηλό από αίμα και χώμα
Κύλησα σαν νερό και ξεδίψασα το πεινασμένο ασκέρι της λήθης
Σαν παγετός απλώθηκα σε άνθη που σάλευε η ανάσα
Μάνα, για δεύτερο πετσί φορώ το ρούχο σου και σε ξεγελάω
Αρνούμαι το ίχνος της φωνής σου και δεν ακούω
Σύρθηκα στα όρια του φόβου και φοβήθηκα ότι με πνίγει
Χάθηκα χωρίς να χαθώ στο πάντα μιας άρνησης που ξεχείλιζε.
Κύλησα σαν νερό και ξεδίψασα το πεινασμένο ασκέρι της λήθης
Σαν παγετός απλώθηκα σε άνθη που σάλευε η ανάσα
Μάνα, για δεύτερο πετσί φορώ το ρούχο σου και σε ξεγελάω
Αρνούμαι το ίχνος της φωνής σου και δεν ακούω
Σύρθηκα στα όρια του φόβου και φοβήθηκα ότι με πνίγει
Χάθηκα χωρίς να χαθώ στο πάντα μιας άρνησης που ξεχείλιζε.
Wednesday, July 4, 2007
Tuesday, July 3, 2007
ΑΣΦΥΞΙΑ
Είναι οι ώρες που δεν οδηγούν πουθενά
Τρίζουν αδέσποτες πάνω στον διχασμό της πνοής μου
Και πως με τρομάζει αυτή η γύμνια τους!
Μου ξεφεύγουν οι μέρες γεμίζοντας το τασάκι
Της ζωής μου άπνοια
Είναι οι ώρες που τρελαίνουν το κενό και γυρίζουν πίσω
Να διπλώσουν τις πτυχές της ανίερης σάρκας μου
Δεν έχει νόημα το ψέμα,
Μόνο άχρονες συλλαβές που καλείσαι
να ντύσεις με επευφημίες πανικού
Αφιερωμένο στην συνδημιουργό Πηνελόπη
Είναι οι ώρες που δεν οδηγούν πουθενά
Τρίζουν αδέσποτες πάνω στον διχασμό της πνοής μου
Και πως με τρομάζει αυτή η γύμνια τους!
Μου ξεφεύγουν οι μέρες γεμίζοντας το τασάκι
Της ζωής μου άπνοια
Είναι οι ώρες που τρελαίνουν το κενό και γυρίζουν πίσω
Να διπλώσουν τις πτυχές της ανίερης σάρκας μου
Δεν έχει νόημα το ψέμα,
Μόνο άχρονες συλλαβές που καλείσαι
να ντύσεις με επευφημίες πανικού
Αφιερωμένο στην συνδημιουργό Πηνελόπη
Sunday, July 1, 2007
ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ
Το αναφιλητό μου κινδυνολογεί απέναντι στην ψευδαίσθηση
Μηρυκάζω τη φωνή μου για να μεστώσει μες σε μια ανήθικη ηθική
Τα σάλια μου λασπόνερα από βάλτους που με καταπίνουν
Στο τέλος λογοδοτώ σε μια ματωμένη ανάμνηση
Πατώ εκεί που το κορμί στέκει βουβό
Τα δάκρυα φάρος μιας πράξης μισής και μια εμμονής να ζω δίχως φραγμό
Αρνούμαι την ματαιότητα της λύτρωσης
Επικαλούμαι την άφθαρτη ηδονή
Η σκέψη αναπνέει σε δίαυλους καπνού
Και εκπληρώνομαι
Μηρυκάζω τη φωνή μου για να μεστώσει μες σε μια ανήθικη ηθική
Τα σάλια μου λασπόνερα από βάλτους που με καταπίνουν
Στο τέλος λογοδοτώ σε μια ματωμένη ανάμνηση
Πατώ εκεί που το κορμί στέκει βουβό
Τα δάκρυα φάρος μιας πράξης μισής και μια εμμονής να ζω δίχως φραγμό
Αρνούμαι την ματαιότητα της λύτρωσης
Επικαλούμαι την άφθαρτη ηδονή
Η σκέψη αναπνέει σε δίαυλους καπνού
Και εκπληρώνομαι
Tuesday, June 26, 2007
Πορεία
Ίχνος φωνής δεν θα μείνει
Στη σκιά που απλώνει και γελά
Η θέλησή μου άνισο επιφώνημα σε γέφυρα ελπίδας
Στην ανάσα που διαφεύγει απ’ τα χείλη επιθυμώντας
Να γλιστράει μες στο άπειρο
Λοξοδρομώ με μόνη διαίσθηση το υφάδι των φευγαλέων αντιθέσεων
Τροχός η ζωή που εκτροχιάζεται
Τραχύς ο δρόμος
Και εύπλαστη η ψυχή,
Τώρα μπορώ να αφήσω το απέριττο
Να με καθοδηγεί
Τώρα...
Στη σκιά που απλώνει και γελά
Η θέλησή μου άνισο επιφώνημα σε γέφυρα ελπίδας
Στην ανάσα που διαφεύγει απ’ τα χείλη επιθυμώντας
Να γλιστράει μες στο άπειρο
Λοξοδρομώ με μόνη διαίσθηση το υφάδι των φευγαλέων αντιθέσεων
Τροχός η ζωή που εκτροχιάζεται
Τραχύς ο δρόμος
Και εύπλαστη η ψυχή,
Τώρα μπορώ να αφήσω το απέριττο
Να με καθοδηγεί
Τώρα...
Tρέχω και πέφτω
Πέφτω και σηκώνομαι
Τινάζω τη σκόνη από μέσα μου
Σκάνε οι ρίζες μου στις πληγές που αλείφω με βάλσαμο από δάκρυα ενώ στέκουν
Στα μάτια μου
Βηματίζω με την νύχτα μες τη μέρα
Άυπνος μα πάντα πεινασμένος για τα χείλια που τρέμουν
Βηματίζω, και σε κάποια ανυποψίαστη στιγμή τρέχω,
τρέχω για να προστάξω τη ζωή
Τρέχω με την ανελέητη απληστία της αναίσχυντης πορείας μου στο άχρονο
Και πέφτω ξανά και ξανά…
Τινάζω τη σκόνη από μέσα μου
Σκάνε οι ρίζες μου στις πληγές που αλείφω με βάλσαμο από δάκρυα ενώ στέκουν
Στα μάτια μου
Βηματίζω με την νύχτα μες τη μέρα
Άυπνος μα πάντα πεινασμένος για τα χείλια που τρέμουν
Βηματίζω, και σε κάποια ανυποψίαστη στιγμή τρέχω,
τρέχω για να προστάξω τη ζωή
Τρέχω με την ανελέητη απληστία της αναίσχυντης πορείας μου στο άχρονο
Και πέφτω ξανά και ξανά…
Tuesday, June 19, 2007
Ταυτότητα
Ταυτότητα δε έχω
Μόνο δάχτυλα που αμφιρρέπουν στο κενό
Πρόσωπο δεν λογίζεται, μόνο μια σκιά σε σπασμένη ανισορροπία
Ότι είμαι
Ότι κι αν κάνω
Δεν αρκεί
Δεν με ορίζουν τα όρια, μόνο τα ορίζω σε δρόμους που η
Μόνη διέξοδος είναι οι επιλογές της ύπαρξης μου
Στα ανελέητα γρανάζια των ανεκπλήρωτων φαντασμάτων μου.
Μόνο δάχτυλα που αμφιρρέπουν στο κενό
Πρόσωπο δεν λογίζεται, μόνο μια σκιά σε σπασμένη ανισορροπία
Ότι είμαι
Ότι κι αν κάνω
Δεν αρκεί
Δεν με ορίζουν τα όρια, μόνο τα ορίζω σε δρόμους που η
Μόνη διέξοδος είναι οι επιλογές της ύπαρξης μου
Στα ανελέητα γρανάζια των ανεκπλήρωτων φαντασμάτων μου.
Aνελέτητο
Δεν υπάρχω, δεν έχω αισθήματα
Μήτε νόημα
Μονάχα η φωνή μου υψώνεται σε εκλάμψεις φωτός
Μπρος στα ύστερα της μύχιας ροής τι να την κάνω
Την αγάπη, αγάπη μου;
Μπρος στον χείμαρρο του ανελέητου αίματος
Τι να το κάνω το λεπίδι;
Άσε με να μπήγω παραμύθια στο άχρωμο πετσί μου
Άσε με να ανασαίνω κάτω από την γλώσσα μου
Άσε με να με μακελέψω μες την ανένδοτη ζωή μου, να ζω παρέα με το θάνατο
Και να φτύνω στο πρόσωπο του Έτσι ,
γιατί αυτό που ζούμε είναι ένα τίποτα σε αυτό που θα ζήσουμε
Μήτε νόημα
Μονάχα η φωνή μου υψώνεται σε εκλάμψεις φωτός
Μπρος στα ύστερα της μύχιας ροής τι να την κάνω
Την αγάπη, αγάπη μου;
Μπρος στον χείμαρρο του ανελέητου αίματος
Τι να το κάνω το λεπίδι;
Άσε με να μπήγω παραμύθια στο άχρωμο πετσί μου
Άσε με να ανασαίνω κάτω από την γλώσσα μου
Άσε με να με μακελέψω μες την ανένδοτη ζωή μου, να ζω παρέα με το θάνατο
Και να φτύνω στο πρόσωπο του Έτσι ,
γιατί αυτό που ζούμε είναι ένα τίποτα σε αυτό που θα ζήσουμε
Ανοίγει
Όπως ο ήχος που διαφεύγει σε ένα μήνυμα
Όπως το δίλλημα που γερνά ενώ γελά
Έτσι και οι αμφιβολίες κινδυνολογούν σε σωρό από λάφυρα μνήμης
Έτσι όπως μια εμμονή ανοίγει την ελαφρότητα της ενοχής
Έτσι και η φωνή σπάει τα τοιχώματα της οργής
Γιατί τίποτα και όλα γεννιόνται στο κενό
Μόνο η φθορά σου θυμίζει την σαπίλα της απώλειας
Και οι στιγμές άγρυπνος λόχος σε ένα συρτάρι που βρυχάται και σου ζητάει να το ξαρματώσεις από την αλήθεια που κρύβει.
Όπως το δίλλημα που γερνά ενώ γελά
Έτσι και οι αμφιβολίες κινδυνολογούν σε σωρό από λάφυρα μνήμης
Έτσι όπως μια εμμονή ανοίγει την ελαφρότητα της ενοχής
Έτσι και η φωνή σπάει τα τοιχώματα της οργής
Γιατί τίποτα και όλα γεννιόνται στο κενό
Μόνο η φθορά σου θυμίζει την σαπίλα της απώλειας
Και οι στιγμές άγρυπνος λόχος σε ένα συρτάρι που βρυχάται και σου ζητάει να το ξαρματώσεις από την αλήθεια που κρύβει.
Sunday, June 17, 2007
Δεν ήταν πόνος
Κενό ήταν που έπεφτα χωρίς σχέδιο πτώσης
Πιάστηκα από το εγώ μου, αγκιστρώθηκα απελπισμένα από το είναι μου
Που ήταν και δεν ήταν,
Κενό ήταν που έπεφτα χωρίς σχέδιο πτώσης
Πιάστηκα από το εγώ μου, αγκιστρώθηκα απελπισμένα από το είναι μου
Που ήταν και δεν ήταν,
Υποκρίθηκα για να παραμείνω στην επιφάνεια, και τώρα
Αναπνέω φυσαλίδες ζωής στην μύχια μοναξιά μου
Ένα βουβό κλάμα αγκυλώνει τα πόδια
Κάθε βήμα και ένα αγκάθι στα γκρίζα νερά μου
Κάθε ανάσα άδειο βλέμμα στο τρύπιο κέρμα του κορμιού σου
Που λικνίζεται σαν φύλλο άνυδρο σε ξεθωριασμένο τοπίο παραισθήσεων
Αναπνέω φυσαλίδες ζωής στην μύχια μοναξιά μου
Ένα βουβό κλάμα αγκυλώνει τα πόδια
Κάθε βήμα και ένα αγκάθι στα γκρίζα νερά μου
Κάθε ανάσα άδειο βλέμμα στο τρύπιο κέρμα του κορμιού σου
Που λικνίζεται σαν φύλλο άνυδρο σε ξεθωριασμένο τοπίο παραισθήσεων
Αφιερωμένο στην Πηνελόπη που είναι συνδημιουργός
Γητευτή της αιωνιότητά μου
Φρουρέ του θανάτου μου
Δήμιε που στέκεις στην πόρτα μου
Εσύ άγγελε μου και ασυγχώρητο σφάλμα μου
Σου λέω, οι σάλπιγγες και τα κύμβαλα δεν αρκούν
για να κρύψουν την ντροπή
Που με πλημμύρισε πέρα απ’ το όριο
Οι μαστοί μου, μαστοί ελπίδας γενναιοφόρας ύπαρξης
Θα ανθίσουν μέσα στα ίχνη ποιος ξέρει ποιου θεού
Και ο σπινθήρας που κροταλίζει στα σωθικά μου
αναβαπτίζεται ως θύτης μιας καινούργιας ζωής
Φρουρέ του θανάτου μου
Δήμιε που στέκεις στην πόρτα μου
Εσύ άγγελε μου και ασυγχώρητο σφάλμα μου
Σου λέω, οι σάλπιγγες και τα κύμβαλα δεν αρκούν
για να κρύψουν την ντροπή
Που με πλημμύρισε πέρα απ’ το όριο
Οι μαστοί μου, μαστοί ελπίδας γενναιοφόρας ύπαρξης
Θα ανθίσουν μέσα στα ίχνη ποιος ξέρει ποιου θεού
Και ο σπινθήρας που κροταλίζει στα σωθικά μου
αναβαπτίζεται ως θύτης μιας καινούργιας ζωής
Thursday, June 14, 2007
Κηλιδωμένη γύμνια μου
Αστραπή της κομμένης μου ανάσας,
Λαχταρώ να διαβώ το άγριο μελίσσι της πλάνη σου.
Μια υπόκωφη κραυγή στροβιλίζεται σε αυτή την άπνοια,
Όχι! Το λάθος δεν λογίζεται μόνο συλλογίζεται την ύπαρξή του
Μικρό και λιπόσαρκο, μα προπαντός λειψό.
Η μακάρια ακινησία του συλλαβίζει τα αέναα όνειρά μου
Και η αποπλάνηση ξεμυαλίζει τα ύστερα κρέπια της θλίψης μου
Και εγώ, θύτης και θύμα. να δημιουργώ απ’ το τίποτα ζωή
Να ξεχειλίζω από δίψα σε περίοδο επώδυνου τοκετού
Γιατί η πνοή μου άλλο δεν είναι από μια εμμονή που κάπου, κάπου ξεφαντώνει
Με την άστατη ψυχή μου σε καιρό αποσβολώματος
Αστραπή της κομμένης μου ανάσας,
Λαχταρώ να διαβώ το άγριο μελίσσι της πλάνη σου.
Μια υπόκωφη κραυγή στροβιλίζεται σε αυτή την άπνοια,
Όχι! Το λάθος δεν λογίζεται μόνο συλλογίζεται την ύπαρξή του
Μικρό και λιπόσαρκο, μα προπαντός λειψό.
Η μακάρια ακινησία του συλλαβίζει τα αέναα όνειρά μου
Και η αποπλάνηση ξεμυαλίζει τα ύστερα κρέπια της θλίψης μου
Και εγώ, θύτης και θύμα. να δημιουργώ απ’ το τίποτα ζωή
Να ξεχειλίζω από δίψα σε περίοδο επώδυνου τοκετού
Γιατί η πνοή μου άλλο δεν είναι από μια εμμονή που κάπου, κάπου ξεφαντώνει
Με την άστατη ψυχή μου σε καιρό αποσβολώματος
Saturday, June 9, 2007
Εγώ λοιπόν…
Να ρουφώ τη ζωή από το φίλτρο της αμνησίας
Να δραπετεύω σε μια γουλιά αλκοόλ
Βυθισμένος στη μοναξιά μου
Να μουρμουρίζω για να φωτιστεί ο νους μου
Να ψελλίζω ανώφελα για να στρέψω την οργή μου στη δημιουργία
Να με ορίζω μια ρευστή πραγματικότητα
Να ζω ανάμεσα στο τίποτα και στο χάος
Να βουτώ σε βάλτους που στο τέλος με καταπίνουν και με ξεβράζουν σε ακτές σκιερών κηλίδων
Να απομακρύνομαι, για να θυμάμαι
Να γερνάω, για να διασώσω την παιδικότητά μου
Εγώ λοιπόν
Σε συνεύρεση με το εμείς
Εγώ λοιπόν εγκλωβισμένος σε κύκλο δίχως ισορροπία, δίχως έπαρση,
Εγώ λοιπόν με τους άλλους ...
Να ρουφώ τη ζωή από το φίλτρο της αμνησίας
Να δραπετεύω σε μια γουλιά αλκοόλ
Βυθισμένος στη μοναξιά μου
Να μουρμουρίζω για να φωτιστεί ο νους μου
Να ψελλίζω ανώφελα για να στρέψω την οργή μου στη δημιουργία
Να με ορίζω μια ρευστή πραγματικότητα
Να ζω ανάμεσα στο τίποτα και στο χάος
Να βουτώ σε βάλτους που στο τέλος με καταπίνουν και με ξεβράζουν σε ακτές σκιερών κηλίδων
Να απομακρύνομαι, για να θυμάμαι
Να γερνάω, για να διασώσω την παιδικότητά μου
Εγώ λοιπόν
Σε συνεύρεση με το εμείς
Εγώ λοιπόν εγκλωβισμένος σε κύκλο δίχως ισορροπία, δίχως έπαρση,
Εγώ λοιπόν με τους άλλους ...
Friday, June 8, 2007
Στην όχθη της σιωπής
εκεί που ο πόθος δροσίζει τα λείψανα κάθε επιθυμίας
Εκεί αποκτούν υπόσταση οι ανθρώπινες υπάρξεις,
Ένα κλάμα δροσίζει
Ένα γέλιο σαλεύει
Και το φιλί ανάσα αναβλύζουσα
στο σταυροδρόμι που κάποτε θα βρεθούμε,
Ένα παιδί που γνωρίζει
Μια φωνή που σιωπά
Ένα χάδι που ψιθυρίζει
Και κάπου εκεί εγώ που αφουγκράζομαι την ψιχάλα στο σταθμό του τρένου
Γιατί γνωρίζω να τολμώ
Γιατί υπόσχομαι να αντέχω.
εκεί που ο πόθος δροσίζει τα λείψανα κάθε επιθυμίας
Εκεί αποκτούν υπόσταση οι ανθρώπινες υπάρξεις,
Ένα κλάμα δροσίζει
Ένα γέλιο σαλεύει
Και το φιλί ανάσα αναβλύζουσα
στο σταυροδρόμι που κάποτε θα βρεθούμε,
Ένα παιδί που γνωρίζει
Μια φωνή που σιωπά
Ένα χάδι που ψιθυρίζει
Και κάπου εκεί εγώ που αφουγκράζομαι την ψιχάλα στο σταθμό του τρένου
Γιατί γνωρίζω να τολμώ
Γιατί υπόσχομαι να αντέχω.
Thursday, June 7, 2007
Στεγνός άδειος άπνους
Η κλεψύδρα ράγισε και ο χρόνος χάθηκε,
Σαραβαλιασμένο σαρκίο τ’ όνειρο μου
Ποτισμένο μ’ αλκοόλ και λάθος,
Οι τελείες και τα κόμματα επιμένουν σαν ξεκούρδιστη διαδήλωση,
Τι να το κάνεις το σχήμα αν το νόημα είναι στείρο;
Τα λόγια ξεψυχούν στην απραξία που επικρατεί
Κανείς δεν φταίει για τίποτα
Και το τίποτα η λάβα που ξερνά ο κρατήρας της διαστροφής.
Δεν έχω λόγο γιατί το εγώ κυοφορεί πολτό
Το μόνο ζωντανό το δάκρυ που γλίστρησε από την καταιγίδα της απάθειας
Σηκώνοντας το μάνταλο της ουσίας
Κι ο στεναγμός που ‘γινε βογκητό
Υφαίνει ιστούς ενώνοντας συναισθήσεις
Η κλεψύδρα ράγισε και ο χρόνος χάθηκε,
Σαραβαλιασμένο σαρκίο τ’ όνειρο μου
Ποτισμένο μ’ αλκοόλ και λάθος,
Οι τελείες και τα κόμματα επιμένουν σαν ξεκούρδιστη διαδήλωση,
Τι να το κάνεις το σχήμα αν το νόημα είναι στείρο;
Τα λόγια ξεψυχούν στην απραξία που επικρατεί
Κανείς δεν φταίει για τίποτα
Και το τίποτα η λάβα που ξερνά ο κρατήρας της διαστροφής.
Δεν έχω λόγο γιατί το εγώ κυοφορεί πολτό
Το μόνο ζωντανό το δάκρυ που γλίστρησε από την καταιγίδα της απάθειας
Σηκώνοντας το μάνταλο της ουσίας
Κι ο στεναγμός που ‘γινε βογκητό
Υφαίνει ιστούς ενώνοντας συναισθήσεις
Wednesday, June 6, 2007
H σάρκα σου μ’ αγγίζει στ’ αχανή σεντόνια των απολαύσεων
είμαι το νόημα που ταξιδεύει στο άπειρο χωρίς ίχνος, σημαδεμένο
στο τζάμι κολλάω, σταγόνα σ’ αλύτρωτο μυαλό
χρόνος δεν υπάρχει σε τούτη την παράσταση
η υγρασία των ματιών τρεμοπαίζει σε λάβαρο παραίσθησης
το κενό δεν έχει σχήμα μόνο ουσία που τη χάνω και την βρίσκω στην τρέλα της σκέψης
άσε με να μπορώ να σκεπάσω την γύμνια μου στο πρώτο ξημέρωμα της κατάνυξης
άσε με να υψώσω την ντροπή μας ψηλά, να εξιλεωθώ στα μάτια ανυπεράσπιστων θεών.
είμαι το νόημα που ταξιδεύει στο άπειρο χωρίς ίχνος, σημαδεμένο
στο τζάμι κολλάω, σταγόνα σ’ αλύτρωτο μυαλό
χρόνος δεν υπάρχει σε τούτη την παράσταση
η υγρασία των ματιών τρεμοπαίζει σε λάβαρο παραίσθησης
το κενό δεν έχει σχήμα μόνο ουσία που τη χάνω και την βρίσκω στην τρέλα της σκέψης
άσε με να μπορώ να σκεπάσω την γύμνια μου στο πρώτο ξημέρωμα της κατάνυξης
άσε με να υψώσω την ντροπή μας ψηλά, να εξιλεωθώ στα μάτια ανυπεράσπιστων θεών.
Tuesday, June 5, 2007
Subscribe to:
Posts (Atom)