Tuesday, July 3, 2007

ΑΣΦΥΞΙΑ


Είναι οι ώρες που δεν οδηγούν πουθενά
Τρίζουν αδέσποτες πάνω στον διχασμό της πνοής μου
Και πως με τρομάζει αυτή η γύμνια τους!
Μου ξεφεύγουν οι μέρες γεμίζοντας το τασάκι
Της ζωής μου άπνοια

Είναι οι ώρες που τρελαίνουν το κενό και γυρίζουν πίσω
Να διπλώσουν τις πτυχές της ανίερης σάρκας μου
Δεν έχει νόημα το ψέμα,
Μόνο άχρονες συλλαβές που καλείσαι
να ντύσεις με επευφημίες πανικού

Αφιερωμένο στην συνδημιουργό Πηνελόπη

Sunday, July 1, 2007

ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ

Το αναφιλητό μου κινδυνολογεί απέναντι στην ψευδαίσθηση
Μηρυκάζω τη φωνή μου για να μεστώσει μες σε μια ανήθικη ηθική
Τα σάλια μου λασπόνερα από βάλτους που με καταπίνουν
Στο τέλος λογοδοτώ σε μια ματωμένη ανάμνηση
Πατώ εκεί που το κορμί στέκει βουβό
Τα δάκρυα φάρος μιας πράξης μισής και μια εμμονής να ζω δίχως φραγμό
Αρνούμαι την ματαιότητα της λύτρωσης
Επικαλούμαι την άφθαρτη ηδονή
Η σκέψη αναπνέει σε δίαυλους καπνού
Και εκπληρώνομαι

Tuesday, June 26, 2007

Πορεία

Ίχνος φωνής δεν θα μείνει
Στη σκιά που απλώνει και γελά
Η θέλησή μου άνισο επιφώνημα σε γέφυρα ελπίδας
Στην ανάσα που διαφεύγει απ’ τα χείλη επιθυμώντας
Να γλιστράει μες στο άπειρο
Λοξοδρομώ με μόνη διαίσθηση το υφάδι των φευγαλέων αντιθέσεων
Τροχός η ζωή που εκτροχιάζεται
Τραχύς ο δρόμος
Και εύπλαστη η ψυχή,
Τώρα μπορώ να αφήσω το απέριττο
Να με καθοδηγεί
Τώρα...

Tρέχω και πέφτω

Πέφτω και σηκώνομαι
Τινάζω τη σκόνη από μέσα μου
Σκάνε οι ρίζες μου στις πληγές που αλείφω με βάλσαμο από δάκρυα ενώ στέκουν
Στα μάτια μου
Βηματίζω με την νύχτα μες τη μέρα
Άυπνος μα πάντα πεινασμένος για τα χείλια που τρέμουν
Βηματίζω, και σε κάποια ανυποψίαστη στιγμή τρέχω,
τρέχω για να προστάξω τη ζωή
Τρέχω με την ανελέητη απληστία της αναίσχυντης πορείας μου στο άχρονο
Και πέφτω ξανά και ξανά…

Tuesday, June 19, 2007

Ταυτότητα

Ταυτότητα δε έχω
Μόνο δάχτυλα που αμφιρρέπουν στο κενό
Πρόσωπο δεν λογίζεται, μόνο μια σκιά σε σπασμένη ανισορροπία
Ότι είμαι
Ότι κι αν κάνω
Δεν αρκεί
Δεν με ορίζουν τα όρια, μόνο τα ορίζω σε δρόμους που η
Μόνη διέξοδος είναι οι επιλογές της ύπαρξης μου
Στα ανελέητα γρανάζια των ανεκπλήρωτων φαντασμάτων μου.

Aνελέτητο

Δεν υπάρχω, δεν έχω αισθήματα
Μήτε νόημα
Μονάχα η φωνή μου υψώνεται σε εκλάμψεις φωτός
Μπρος στα ύστερα της μύχιας ροής τι να την κάνω
Την αγάπη, αγάπη μου;
Μπρος στον χείμαρρο του ανελέητου αίματος
Τι να το κάνω το λεπίδι;
Άσε με να μπήγω παραμύθια στο άχρωμο πετσί μου
Άσε με να ανασαίνω κάτω από την γλώσσα μου
Άσε με να με μακελέψω μες την ανένδοτη ζωή μου, να ζω παρέα με το θάνατο
Και να φτύνω στο πρόσωπο του Έτσι ,
γιατί αυτό που ζούμε είναι ένα τίποτα σε αυτό που θα ζήσουμε

Ανοίγει

Όπως ο ήχος που διαφεύγει σε ένα μήνυμα
Όπως το δίλλημα που γερνά ενώ γελά
Έτσι και οι αμφιβολίες κινδυνολογούν σε σωρό από λάφυρα μνήμης
Έτσι όπως μια εμμονή ανοίγει την ελαφρότητα της ενοχής
Έτσι και η φωνή σπάει τα τοιχώματα της οργής
Γιατί τίποτα και όλα γεννιόνται στο κενό
Μόνο η φθορά σου θυμίζει την σαπίλα της απώλειας
Και οι στιγμές άγρυπνος λόχος σε ένα συρτάρι που βρυχάται και σου ζητάει να το ξαρματώσεις από την αλήθεια που κρύβει.