Sunday, June 17, 2007

Δεν ήταν πόνος
Κενό ήταν που έπεφτα χωρίς σχέδιο πτώσης
Πιάστηκα από το εγώ μου, αγκιστρώθηκα απελπισμένα από το είναι μου
Που ήταν και δεν ήταν,
Υποκρίθηκα για να παραμείνω στην επιφάνεια, και τώρα
Αναπνέω φυσαλίδες ζωής στην μύχια μοναξιά μου
Ένα βουβό κλάμα αγκυλώνει τα πόδια
Κάθε βήμα και ένα αγκάθι στα γκρίζα νερά μου
Κάθε ανάσα άδειο βλέμμα στο τρύπιο κέρμα του κορμιού σου
Που λικνίζεται σαν φύλλο άνυδρο σε ξεθωριασμένο τοπίο παραισθήσεων
Αφιερωμένο στην Πηνελόπη που είναι συνδημιουργός
Γητευτή της αιωνιότητά μου
Φρουρέ του θανάτου μου
Δήμιε που στέκεις στην πόρτα μου
Εσύ άγγελε μου και ασυγχώρητο σφάλμα μου
Σου λέω, οι σάλπιγγες και τα κύμβαλα δεν αρκούν
για να κρύψουν την ντροπή
Που με πλημμύρισε πέρα απ’ το όριο
Οι μαστοί μου, μαστοί ελπίδας γενναιοφόρας ύπαρξης
Θα ανθίσουν μέσα στα ίχνη ποιος ξέρει ποιου θεού
Και ο σπινθήρας που κροταλίζει στα σωθικά μου
αναβαπτίζεται ως θύτης μιας καινούργιας ζωής

Thursday, June 14, 2007

Κηλιδωμένη γύμνια μου
Αστραπή της κομμένης μου ανάσας,
Λαχταρώ να διαβώ το άγριο μελίσσι της πλάνη σου.
Μια υπόκωφη κραυγή στροβιλίζεται σε αυτή την άπνοια,
Όχι! Το λάθος δεν λογίζεται μόνο συλλογίζεται την ύπαρξή του
Μικρό και λιπόσαρκο, μα προπαντός λειψό.
Η μακάρια ακινησία του συλλαβίζει τα αέναα όνειρά μου
Και η αποπλάνηση ξεμυαλίζει τα ύστερα κρέπια της θλίψης μου
Και εγώ, θύτης και θύμα. να δημιουργώ απ’ το τίποτα ζωή
Να ξεχειλίζω από δίψα σε περίοδο επώδυνου τοκετού
Γιατί η πνοή μου άλλο δεν είναι από μια εμμονή που κάπου, κάπου ξεφαντώνει
Με την άστατη ψυχή μου σε καιρό αποσβολώματος

Saturday, June 9, 2007

Εγώ λοιπόν…
Να ρουφώ τη ζωή από το φίλτρο της αμνησίας
Να δραπετεύω σε μια γουλιά αλκοόλ
Βυθισμένος στη μοναξιά μου
Να μουρμουρίζω για να φωτιστεί ο νους μου
Να ψελλίζω ανώφελα για να στρέψω την οργή μου στη δημιουργία
Να με ορίζω μια ρευστή πραγματικότητα
Να ζω ανάμεσα στο τίποτα και στο χάος
Να βουτώ σε βάλτους που στο τέλος με καταπίνουν και με ξεβράζουν σε ακτές σκιερών κηλίδων
Να απομακρύνομαι, για να θυμάμαι
Να γερνάω, για να διασώσω την παιδικότητά μου
Εγώ λοιπόν
Σε συνεύρεση με το εμείς
Εγώ λοιπόν εγκλωβισμένος σε κύκλο δίχως ισορροπία, δίχως έπαρση,
Εγώ λοιπόν με τους άλλους ...

Friday, June 8, 2007

Στην όχθη της σιωπής
εκεί που ο πόθος δροσίζει τα λείψανα κάθε επιθυμίας
Εκεί αποκτούν υπόσταση οι ανθρώπινες υπάρξεις,
Ένα κλάμα δροσίζει
Ένα γέλιο σαλεύει
Και το φιλί ανάσα αναβλύζουσα
στο σταυροδρόμι που κάποτε θα βρεθούμε,
Ένα παιδί που γνωρίζει
Μια φωνή που σιωπά
Ένα χάδι που ψιθυρίζει
Και κάπου εκεί εγώ που αφουγκράζομαι την ψιχάλα στο σταθμό του τρένου
Γιατί γνωρίζω να τολμώ
Γιατί υπόσχομαι να αντέχω.

Thursday, June 7, 2007

Στεγνός άδειος άπνους
Η κλεψύδρα ράγισε και ο χρόνος χάθηκε,
Σαραβαλιασμένο σαρκίο τ’ όνειρο μου
Ποτισμένο μ’ αλκοόλ και λάθος,
Οι τελείες και τα κόμματα επιμένουν σαν ξεκούρδιστη διαδήλωση,
Τι να το κάνεις το σχήμα αν το νόημα είναι στείρο;
Τα λόγια ξεψυχούν στην απραξία που επικρατεί
Κανείς δεν φταίει για τίποτα
Και το τίποτα η λάβα που ξερνά ο κρατήρας της διαστροφής.

Δεν έχω λόγο γιατί το εγώ κυοφορεί πολτό
Το μόνο ζωντανό το δάκρυ που γλίστρησε από την καταιγίδα της απάθειας
Σηκώνοντας το μάνταλο της ουσίας
Κι ο στεναγμός που ‘γινε βογκητό
Υφαίνει ιστούς ενώνοντας συναισθήσεις

Wednesday, June 6, 2007

H σάρκα σου μ’ αγγίζει στ’ αχανή σεντόνια των απολαύσεων
είμαι το νόημα που ταξιδεύει στο άπειρο χωρίς ίχνος, σημαδεμένο
στο τζάμι κολλάω, σταγόνα σ’ αλύτρωτο μυαλό
χρόνος δεν υπάρχει σε τούτη την παράσταση
η υγρασία των ματιών τρεμοπαίζει σε λάβαρο παραίσθησης
το κενό δεν έχει σχήμα μόνο ουσία που τη χάνω και την βρίσκω στην τρέλα της σκέψης
άσε με να μπορώ να σκεπάσω την γύμνια μου στο πρώτο ξημέρωμα της κατάνυξης
άσε με να υψώσω την ντροπή μας ψηλά, να εξιλεωθώ στα μάτια ανυπεράσπιστων θεών.